Copyright © GRAMMO 2012

Με τη δημιουργία ενός τραγουδιού απορρέουν δύο δικαιώματα για τους δημιουργούς του: το ηθικό δικαίωμα, η δυνατότητα δηλαδή του δημιουργού να προστατεύσει τον προσωπικό του δεσμό με το τραγούδι και το περιουσιακό δικαίωμα, το δικαίωμα δηλαδή της εκμετάλλευσης του έργου.

Με την πρωτογενή δημιουργία ενός τραγουδιού, ο συνθέτης και ο στιχουργός του κατέχουν τα πνευματικά δικαιώματα επί του μουσικού αυτού έργου. Στη συνέχεια, ο ερμηνευτής καλλιτέχνης, οι μουσικοί, και η παραγωγός δισκογραφική εταιρία δίνουν στο τραγούδι τη μορφή που μπορούμε να ακούσουμε σε ένα φορέα ήχου (δίσκο, κασέτα, CD κλπ). Οι ερμηνευτές, οι μουσικοί και οι δισκογραφικές εταιρίες κατέχουν τα συγγενικά δικαιώματα του ηχογραφήματος, δηλαδή του συγκεκριμένου συνόλου ήχων και φωνών όπως αυτό ηχογραφήθηκε.

Στις περιπτώσεις που απαιτείται άδεια όχι μόνο από το δημιουργό του έργου το οποίο ενσωματώνεται στο φωνογράφημα, αλλά και από τον ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη και τον παραγωγό φωνογραφήματος για τη δική τους συνεισφορά πάνω στο φωνογράφημα, η ανάγκη άδειας του δημιουργού είναι απαραίτητη και υπάρχει παράλληλα με την άδεια του ερμηνευτή ή εκτελεστή καλλιτέχνη και του παραγωγού φωνογραφήματος. Όταν δεν απαιτείται άδεια του δικαιούχου συγγενικού δικαιώματος, αλλά καθιερώνεται δικαίωμα εύλογης και ενιαίας αμοιβής, όπως όταν υλικός φορέας ήχου που έχει νόμιμα εγγραφεί χρησιμοποιείται για ραδιοτηλεοπτική μετάδοση ή για παρουσίαση στο κοινό, οι ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες και οι παραγωγοί φωνογραφημάτων δεν χρειάζεται να δώσουν την άδειά τους, αλλά έχουν το δικαίωμα εύλογης αμοιβής, με βάση το άρθρο 49 Ν. 2121/1993, ενώ οι πνευματικοί δημιουργοί έχουν απόλυτο και αποκλειστικό δικαίωμα και χωρίς την άδειά τους δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί νόμιμα η ραδιοτηλεοπτική μετάδοση και παρουσίαση στο κοινό των μουσικών έργων τους που είναι ενσωματωμένα σε υλικό φορέα ήχου. Ο μηχανισμός αυτός επιτρέπει την ισορροπία των δύο κατηγοριών δικαιωμάτων τα οποία δεν συγκρούονται μεταξύ τους γιατί, πρόκειται για διαφορετικά δικαιώματα.

Το άρθρο 49 Ν. 2121/1993 προβλέπει, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, την υποχρεωτική συλλογική διαχείριση, για λόγους πρακτικούς και με στόχο να καλύψει το σύνολο των δικαιούχων, ελλήνων και αλλοδαπών έτσι ώστε ο χρήστης να καταβάλει την εύλογη αμοιβή μια φορά και να απαλλάσσεται στη συνέχεια από οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση καταβολής, ενώ σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των χρηστών και των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης ως προς την εύλογη αμοιβή, το ύψος και οι όροι της πληρωμής καθορίζονται από το δικαστήριο. Ούτε ο νόμος ούτε οι διεθνείς συμβάσεις αναφέρονται στην υπεροχή του ενός δικαιώματος έναντι  του άλλου ή στην υπεροχή της μιας αμοιβής έναντι της άλλης. Αφού τα δύο δικαιώματα λειτουργούν παράλληλα είναι αυτονόητο ότι η καταβολή αμοιβής είναι αναγκαία και για τις δύο κατηγορίες δικαιωμάτων, σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία (βλ. π.χ. άρθρο 56 παρ. 3 Ν. 2121/1993, όπως ισχύει, ως προς την κατάστρωση του αμοιβολογίου ή τις συμφωνίες που μπορούν να καταρτίζουν οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης και οι οργανώσεις αντιπροσωπευτικές των χρηστών, ή την υπαγωγή της διαφοράς σε διαιτησία, σύμφωνα και με το άρθρο 56 παρ. 5 Ν. 2121/1993, όπως ισχύει). Αξίζει τέλος να παρατηρηθεί ότι η Οδηγία 2001/29 για την κοινωνία της πληροφορίας αναγνωρίζει τα ψηφιακά δικαιώματα του δημιουργού και των δικαιούχων συγγενικών δικαιωμάτων σε ενιαίο κείμενο, ισότιμα για όλους τους δικαιούχους (βλ. άρθρα 2,3 και 4). Άρα όλα οδηγούν στη συνύπαρξη και παράλληλη άσκηση των δύο δικαιωμάτων και όχι στην υπεροχή του ενός έναντι του άλλου ή αντίστροφα στον υποδεέστερο χαρακτήρα του ενός έναντι του άλλου.